Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "....ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΤΡΕΛΑΘΗΚΑΝ...." ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ

Όμορφη και ταυτόχρονα καινούρια εμπειρία για μένα αφού έχω συνηθίσει να παρουσιάζω τα βιβλία μου στους "μεγάλους". Κάπου ίσως να θυμήθηκα τα χρόνια της πρακτικής μου εξάσκησης ως δάσκαλος και τελικά τα κατάφερα!!! Ευχαριστώ πάρα πολύ και τα παιδιά που βρέθηκαν κοντά μας όσο και τους υπεύθυνους της Παιδικής δημοτικής Βιβλιοθήκης Καλλιθέας για τη φιλοξενία τους. 




Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΔΥΟ ΜΑΘΗΤΕΣ......ΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΩΤΗ.....

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα σκυλάκι που ήταν σε ένα κουτί και περίμενε να τον αγοράσει κάποιος άνθρωπος. Μετά ήρθε ένα παιδί, που το έλεγαν Θανάση με τη μαμά του και τον διάλεξαν για να τον πάρουν στο σπίτι τους. Τον ονόμασαν Πάρη. Αφού τον πήραν, το πήγαν στο σπίτι τους και το παιδί το φρόντιζε και έπαιζε μαζί του. Μόνο ο μπαμπάς του παιδιού δεν του φερόταν καλά και το χτυπούσε, ενώ η μαμά και το παιδί το αγαπούσαν πολύ. 
Όλα όμως άλλαξαν όταν ο μπαμπάς πήρε δώρο στο παιδί μια παιχνιδομηχανή. Το παιδί ενθουσιάστηκε με τη παιχνιδομηχανή και δεν έδινε πια καμία σημασία στο σκυλάκι. Μια μέρα ο Θανάσης νευρίασε και πείραζε το σκυλάκι το οποίο του δάγκωσε απαλά το χέρι και  ο Θανάσης φώναζε ότι τον δάγκωσε. Ο μπαμπάς του Θανάση το κλώτσησε και το σκυλάκι έφυγε από το σπίτι. 

Περπατώντας έφτασε σε ένα βουνό. Σε εκείνο το βουνό βρήκε δύο σκυλιά και τον πήγαν στον αρχηγό τους, που τον έλεγαν Λιάπη. Εκεί τον εκπαίδευσαν για πολλές ημέρες και όταν πέρασε ο καιρός του είπε ο Λιάπης ότι θα του μάθει μια μυστική κραυγή και μόνο όταν χρειαστεί βοήθεια θα την χρησιμοποιήσει. Μετά τον χαιρέτησαν και ο Πάρης έφυγε. 


Περπατώντας έφτασε κοντά σε μια ταβέρνα, όπου εκεί είδε κάποια άλλα σκυλιά. Ο Πάρης τους είπε ότι είχε φύγει από τον Λιάπη και έτσι τα σκυλιά τον δέχτηκαν στην παρέα τους.

Γυρνώντας στους δρόμους γνώρισε και έκανε διάφορους φίλους. Ένας ήταν ο Σποκ, που του είπε ότι η γυναίκα του αφεντικού του δεν τον θέλει και συχνά τον διώχνει από το σπίτι.

Γνώρισε και άλλα σκυλάκια στο δρόμο. Όμως άρχισαν δύσκολες ημέρες για τα σκυλιά, καθώς οι άνθρωποι ή τα έδιωχναν από το σπίτι ή τους έριχναν δηλητήριο στο φαγητό ή έστειλαν τον μπόγια να τα μαζέψει.

Μια μέρα ο Πάρης πήγε στη θάλασσα και βρήκε ένα μπαλάκι που μέσα είχε ένα σκυλάκι που του είπε να κάνει 3 ευχές. Όμως αυτός του είπε να περιμένει γιατί δεν ήξερε τι να κάνει.

Η πρώτη του ευχή ήταν να καταλαβαίνουν οι άνθρωποι για μια ημέρα τα σκυλιά. Ο πάρης είδε στους φίλους του ότι οι άνθρωποι τους καταλάβαιναν και η ζωή τους είχε βελτιωθεί. Αλλά και ο ίδιος ο Πάρης πήγε στο σπίτι του και ο κύριος Τάκης του φέρθηκε πάρα πολύ καλά.

Μια μέρα ο Θανάσης και ο Πάρης πήγαν μια βόλτα και εκεί είδε μια συμμορία από κακά σκυλιά που πήραν από τον Πάρη το μπαλάκι του. Δυστυχώς όμως ο Μαρκ από τη συμμορία είχε κάνει μια ευχή: οι άνθρωποι και οι γάτες να γίνουν σκλάβοι των σκυλιών. Τότε μαζεύτηκαν ο Πάρης και οι φίλοι του και συζήτησαν τι μπορούν να κάνουν γι’ αυτή την άσχημη κατάσταση.

Κατάφεραν με κάποιο σχέδιο να πάρουν το μπαλάκι και ο Πάρης έκανε την ευχή: όλοι οι άνθρωποι και τα ζώα να ζουν ευτυχισμένοι. 

Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε και εμείς ευτυχισμένους όλους τους ανθρώπους και τα ζώα στον πλανήτη μας με μια απλή ευχούλα!!!!!!!!!

Φ.Α και Δ.Μ.


(Δήμητρα και Φώτη.....σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου!!!!!!!)

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΗΤΗ





...Και τα σκυλιά τρελάθηκαν...


Τον πρώτο καιρό όλα έμοιαζαν όμορφα. Κάθε μέρα με τάιζαν και μου έδιναν φρέσκο νεράκι...
...κάποιες φορές φώναζαν και με μάλωναν, αλλά δεν είχαν κι άδικο γιατί έκανα τις ανάγκες μου μέσα στο σπίτι. 
Πάντως, όσες φορές έμενα μόνος μου με τον πατέρα του μικρού, πάντοτε κατέληγα να είμαι στο μπαλκόνι ή δεμένος στον κήπο. Ποτέ δε με άφηνε μέσα...
...το επόμενο πρωί, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι δεν έχω πια οικογένεια, άρχισα να περπατάω μέσα στη ζέστη και με το κεφάλι σκυμμένο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Στενοχωριόμουν για την κυρία Σταυρούλα, γιατί αυτή μου είχε φερθεί καλά και ήξερα ότι πιθανόν να ήταν και η μόνη που δεν πίστεψε τον γιο της...
...«Πώς σε λένε;» 
«Πάρη»
«Πώς βρέθηκες εδώ;»
«Μ’ έδιωξαν από το σπίτι μου και τώρα μένω στον δρόμο»...



Η σελίδα των εκδόσεων ΖΗΤΗ

Το πρόγραμμα των βιβλιοθηκών της Θεσσαλονίκης από 21 Μαρτίου έως 6 Απριλίου

Στις  3 Απριλίου θα τα πούμε, με τους μικρούς μας φίλους στην παιδική βιβλιοθήκη της Καλλιθέας στις 18:00
http://www.thessaloniki.gr/portal/page/portal/DioikitikesYpiresies/PolitistikesYpiresies/DnsiBibliothikwn/TmimaKentrikisBibliothikis/Ekdiloseis/teliko%20programma%20pdf.pdf


Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΒΙΒΛΙΟΥ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΩ


Ξύπνησα για μια φορά, για μια μέρα ακόμα στην ίδια κατάσταση. Οι δυνάμεις του κορμιού μου καταβεβλημένες και μία διάθεση ουσιαστικά ανύπαρκτη. Τι να πρωτοσκεφτώ και τι να κάνω ξεκινώντας τη μέρα μου. Είναι τόσα πολλά όλα αυτά που πρέπει να κάνω, που στο τέλος πνίγομαι μέσα στον ωκεανό της πληθώρας τους και το κορμί μου δεν έχει καν την επιθυμία να κολυμπήσει.
Φτάνοντας το βράδυ ξανά, το κορμί είναι πνιγμένο και το κουφάρι του κείτεται μέσα στα λασπόνερα που συσσώρευσε η μέρα. Ίσως κάποιες νύχτες το φεγγάρι να φωτίζει τον παγωμένο όγκο μου, που πλέει και μπορεί κάποιος να νομίσει ότι επιπλέω με κλειστά τα μάτια, προσπαθώντας απλά να χαλαρώσω.
Κι εσύ;
Δε σου ζήτησα καν σωσίβιο, ούτε και να με βοηθήσεις να μην πνιγώ. Το μόνο που θέλησα από σένα είναι να ακούσεις τους παφλασμούς του κορμιού μου μέσα στο νερό και να μου πεις τι ήχος σου έμεινε. Δε σου ζήτησα να επιπλεύσεις δίπλα μου. Μπορεί απλά να ήθελα να παρατηρήσεις μην τυχόν και με πάρει ο ύπνος και πνιγώ. Όχι όμως να με τραβήξεις έξω. Θέλω να μείνω στα λασπόνερά μου μέσα, μέχρι να λιγοστέψει το νερό, να κυριαρχήσει το βρεγμένο χώμα, που θα γεμίσει με κηλίδες κάθε είδους το σώμα μου.
            Μη γκρινιάζεις και μην αρχίζεις πάλι, αυτό που με εξοντώνει κάθε φορά που το ακούω. Ξέρω τι θα κάνω και γνωρίζω από χρόνια την πορεία μου ετούτη. Άσε με να φτάσω στο επικίνδυνο σημείο και μετά, θα σηκωθώ και πάλι. Πιθανά να θεωρείς ότι είμαι λάτρης του κινδύνου και παίζω μαζί του. Ίσως να είναι κι έτσι αλλά πάντοτε μου άρεσε το ρίσκο, μα πιο πολύ το παιχνίδι με τα όριά μου.
            Αν θες δες το κι από μια άλλη άποψη. Μπορείς να με παρατηρείς κι αν νιώσεις ότι χρειαστεί να επέμβεις, κάνε το. Δε θα σε κακίσω, ακόμα και αν διακόψεις τη στιγμή της λαγνείας μου με το σάπιο. Θα το έκανες από ενδιαφέρον και πάντοτε ήμουν δίκαιος με τους άλλους.
            Πιθανά να μην είμαι δίκαιος με μένα αν και είμαι σίγουρος ότι δε χρειάζεται να αμφιβάλλω γι’ αυτό.....είναι σίγουρο. Μαζί σου όμως θα είμαι δίκαιος γιατί έτσι θέλω να είμαι. Είναι στιγμές που μένω μόνος μου, χαμένος μέσα στις σκέψεις, την κούραση και την καθημερινότητα κι εκεί θα έρθει μια εικόνα απ’ το βλέμμα σου, που τόσο αναζητώ, να μου αλλάξει τη ροή των πάντων.
            Μένω εκεί, σ’ αυτό το σημείο και δε θέλω να πάρω τη ματιά μου(;), από σένα, δε θέλω καν να σκέφτομαι το ενδεχόμενο της αποχώρησης της εικόνας σου από το νοερό μου κόσμο. Να είσαι εκεί και να σε βλέπω, να λειτουργείς σα γιατρικό στον πόνο μου, να μου δίνεις την αισιοδοξία που ψάχνω κάθε φορά που έρχεται το νέο κύμα, που στερεί τις ελπίδες, από το αύριο που φαντάζομαι. 

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΙ ΠΙΑ;




Ουφ! Όταν μου μιλάνε γι' αυτό το πράγμα που λέγεται έρωτας, βαριέμαι απίστευτα.
Τον βαριέμαι τον άτιμο, γιατί είναι μεγάλος ψεύτης και υποκριτής.
Σου ρίχνει στάχτη στα μάτια και σε κάνει να βλέπεις όμορφο αυτό που τις περισσότερες φορές είναι λάθος για σένα.
Γιατί δεν ερωτεύομαι πια; Δεν μπορώ; Δεν θέλω; Θέλω αλλά δεν πρέπει; 
Μήπως είδα κάτι που με φόβισε και δεν μπορώ να ερωτευθώ; Ή μήπως φταίει κάτι άλλο;
Ο Ιορδάνης ή Ντάνι ή Τζόρνταν, λίγο πριν πλησιάσει τα δεύτερα -άντα, περιγράφει τις σχέσεις των δύο φύλων και αναρωτιέται συνεχώς «Γιατί δεν ερωτεύομαι πια;»

Δώδεκα μικρές και διδακτικές ιστορίες για το τι ακριβώς συμβαίνει, όταν το «πρωτόγονο» ανδρικό είδος συναντιέται με τις «εξελιγμένες» εκδοχές της Εύας του σήμερα!

ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ......ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ




Petros Konstantinou and Lina Anagnostou are now friends 12:24 pm...
Ο Πέτρος, περιπλανώμενος στον εικονικό κόσμο του Facebook, «συναντά» μια άγνωστη κοπέλα, τη Λίνα, το βλέμμα της οποίας τον μαγνητίζει και πλημμυρίζει το μυαλό του με εικόνες από άλλες εποχές. 
Το αίτημα φιλίας του γίνεται αποδεκτό και ένα περίεργο εγκεφαλικό παιχνίδι αρχίζει μεταξύ τους. 
Η Λίνα σαν σύγχρονη Σφίγγα τον προκαλεί συνεχώς με τα αινίγματά της. 
Ο Πέτρος σαν ένας πραγματικός Οιδίποδας έξω από τις πύλες της απαντά σε κάθε πρόκληση.
Το παιχνίδι του μυαλού και των αισθήσεων εξελίσσεται και ξεφεύγει από τον εικονικό κόσμο του διαδικτύου. Θεσσαλονίκη, Ρέθυμνο, Αθήνα, οι δυο τους πότε στο ρόλο του κυνηγού και πότε του θηράματος αψηφούν κάθε λογική και παραδίνονται ο ένας στον άλλο.
Υπάρχουν όρια στον έρωτα και αν ναι, ποιος ορίζει τις συνέπειες όταν αυτά ξεπεραστούν; 
Τι θα συμβεί όταν τα θέλω μπερδευτούν με τα πρέπει και ο κόσμος του ονείρου γίνει πραγματικότητα; 
Αν ήξερες ότι ένα απλό κλικ στην οθόνη του υπολογιστή μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου για πάντα, θα το τολμούσες;

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

ΠΩΣ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΟ "ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ...ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ"



Πίσω από κάθε ιστορία, υπάρχουν πολλές κρυμμένες αλήθειες. Πράγματα που δεν τα ξέρει κανένας και στα οποία βρίσκεται η πραγματική ουσία μιας κατάστασης. Όπως και με το πρώτο μου βιβλίο....το «ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ....ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ».
            Θα ξεκινήσω με το βασικότερο όλων: πώς άρχισα να το γράφω. Σε κάποια σελίδα του βιβλίου, γίνεται αναφορά σε ένα πίνακα του αδελφού του ήρωα. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, εκεί ακριβώς βρίσκεται και η αρχή του βιβλίου μου.
Απ’ όταν είμαστε παιδιά, μου άρεσε να χαζεύω τις ζωγραφιές του αδελφού μου, ο οποίος όσο περνούσε ο καιρός εξελίσσονταν όλο και περισσότερο. Με το πέρασμα του καιρού, άφησε τις ξυλομπογιές κι έπιασε στα χέρια του τα πινέλα με τα λάδια.
            Ήταν γύρω στο 1990, όταν κατά τη διάρκεια των εξετάσεών του στο Λύκειο, παράλληλα, ζωγράφιζε κάποιους πίνακες. Τους θαύμαζα γιατί για κάποιο λόγο, ο καθένας τους, είχε να μου πει και κάτι διαφορετικό και έντονο συνάμα. Ήταν ένα μεσημέρι, όμως, όταν μπήκα στο δωμάτιό του κι έμεινα με ανοικτό το στόμα: απέναντί μου, στεκόταν ένας άνδρας αλυσοδεμένος μέσα σ’ ένα κελί και η στάση του θύμιζε κάποιον σταυρωμένο με λυγισμένα τα γόνατα. Αμέσως έφυγα πανικόβλητος απ’ το δωμάτιο, μη ξέροντας γιατί μου συνέβη αυτό.....πολύ σύντομα όμως επέστρεψα για να δω ξανά το έργο και πιο προσεκτικά, το σοκ μέσα μου όμως παρέμενε το ίδιο. Παρόλ’ αυτά ήξερα από την πρώτη στιγμή τι έπρεπε να κάνω.
            Τα χρόνια περνούσαν.....εγώ τελείωσα το Παιδαγωγικό, ο αδελφός μου την Αρχιτεκτονική, εμένα όμως η σκέψη μου είχε κολλήσει σε αυτό που επιθυμούσα. Έπρεπε για κάποιο λόγο να κάνω τον πίνακα δικό μου. Κατά διαστήματα, πετούσα διάφορες σπόντες στον αδελφό μου για να μου τον δώσει, μια και τον είχε αφήσει τον σπίτι των γονιών μας, όμως κάθε φορά αντιμετώπιζα μια μεγαλοπρεπέστατη άρνηση.
            Τελικά όπως λένε «ο επιμένων νικά». Πεισματάρης ο αδελφός μου αλλά η υπομονή μου ώρες-ώρες, κάνει ακόμα και τον γάιδαρο να μοιάζει αθώος μπροστά μου. Έτσι μια Κυριακή, έχοντας ανέβει και οι δυο μας για επίσκεψη στους γονείς και πάνω που ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, πλησίασα τον υπεύθυνο της κατάστασης:
            -Ρε συ, να πάρω τον πίνακα στο σπίτι μου;
            -Μου ζάλισες το κεφάλι πια......πάρ’ τον να ησυχάσω, αναφώνησε (είμαι σίγουρος ότι το σύμπαν συνωμότησε γιατί αν δεν τον είχα ζητήσει τη συγκεκριμένη μέρα ακομα δε θα τον είχα πάρει....).
            Τα κατάφερα......19 χρόνια μετά, ο πίνακας θα ήταν κοντά μου. Με το που επέστρεψα στο σπίτι, αμέσως τον τοποθέτησα στο σημείο που τον περίμενε εδώ και καιρό. Στο σαλόνι, ακριβώς πάνω από τον καναπέ, ούτως ώστε να μπορώ να τον βλέπω συνέχεια. Για ώρες καθόμουν και τον κοίταζα, μπαίνοντας στο σπίτι και προσπαθούσα να ερμηνεύσω, τι ήταν αυτό που αναστάτωνε την ψυχή μου, μέχρι που μια μέρα το βρήκα: ο αλυσοδεμένος νέος του πίνακα, αντιπροσώπευε τη σκέψη μου, αυτό που είχα καταπιέσει εγώ ο ίδιος για πολλά χρόνια κι έπρεπε να σπάσω τα δεσμά της, πάση θυσία, για να την ελευθερώσω.
            Μέχρι τότε, αντιμετώπιζα την οθόνη του υπολογιστή με μια απόλυτη άρνηση, προτιμώντας να γράφω τις σκέψεις μου σε τετράδια. Κυριακή ήταν πάλι (4 μήνες αφότου τον πήρα), όταν άνοιξα το λαπ-τοπ στο τραπέζι μου, αρχίζοντας να γράφω αυτό που είχα στο μυαλό μου, δίχως να ξέρω πού βαδίζω, αν θα τελειώσω αυτό που ξεκινάω, πού θα με πάει, γιατί το κάνω.......ήξερα όμως το όνομα του κεντρικού ήρωα του βιβλίου......ΠΕΤΡΟΣ ήταν, όπως είναι και το όνομα του αδερφού μου, που δίχως να το ξέρει, με τα μαγικά του πινέλα (όπως τα αποκαλώ), κατάφερε να ξεκλειδώσει μια πλευρά του μυαλού μου, που έως τότε παρέμενε ερμητικά κλειστή..........

                                                ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ