Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

ΕΡΜΗΣ ΚΑΙ ΜΕΔΟΥΣΑ


            Σ’ ένα βαλς ξανά πετάξαν οι αισθήσεις μας,
            είμαι ο πρίγκηπας Ερμής που περιμένεις,
            με ανέμους που σού φύσηξα στο πρόσωπο,
            τις ρυτίδες σου του πόνου ν’ απαλύνω.
            Έλα τώρα και χαλάρωσε στο πλάι μου,
            μπες ξανά στην αγκαλιά μου που σε ψάχνει,
            τα μαλλιά σου όταν σγουραίνεις σε φαντάζομαι,
            σαν μια Μέδουσα φτιαγμένη στο κορμί μου.
            Είσαι λύπη και χαρά μπροστά στα μάτια μου,
            δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια, τι θέλω,
            φτάνει να ‘ναι με αλήθεια το συναίσθημα
            και φτερά θα βγάλω πάλι να πετάξω……
           
            

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Η ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ


            Μοναξιά....
            Τι περίεργη λέξη!
            Δύσκολη για τα χείλη άλλων,
            Μα μόνιμη επάνω στα δικά μου.
            Προσπάθησα να φύγω μακριά της
            Κι όμως,
            Μόνιμα, αυτή ‘ναι στο κατόπι μου.
            Φωνάζει δυνατά
            Κι ακούγεται, ως σάλπιγγα πολέμου:
            Μην κρύβεσαι,
            Διόλου δε γλιτώνεις από μένα.
            Σε πρόσωπα αγάπης θα με δεις,
            Την ώρα που με πλάτη γυρισμένη,
            Τα μάτια μου θα βλέπεις στη σκιά τους.
            Ήττα ξανά.
            Με νίκησες στη μάχη αυτού του έρωτα,
            μα θα ‘ρθει και για σένα η σειρά σου.
            Το τέρας πια, του πόλεμου, μου ξύπνησες
            Και έρχεται με φλόγες απ’ τον Άδη.......
            

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ της ΣΟΥ



            Απόγευμα που ήρθες με χαμόγελο,
            Με δρόσισες καυτό μου καλοκαίρι.
            Μα τόσο δε σε χόρτασα!
Τη γεύση σου απ’ τη μνήμη ανασύρω,
            Τα χείλη μου υγραίνονται στη θύμηση.
           
Θα ‘θελα κι άλλο.....

Το γέλιο σου μου λείπει πάνω απ’ όλα,
            Στο είπα και τη νύχτα στο σκοτάδι μας
            Κι ας είδα μες τα μάτια σου συμπέρασμα,
            Φανέρωση μικρής αμφιβολίας.
            Κι όμως...έτσι είναι!
           
Ελάχιστος ο χρόνος που αποχώρησες.

            Ακόμα εγώ το σκέφτομαι που έφυγες
            Και ήδη σε πεθύμησε  η θέληση,
            Φτωχός ξανά αισθάνομαι μακριά σου,
            Σαν φεύγ’ ο θησαυρός από τα χέρια μου.
            Δώσε μου λίγο πάλι......
            Το χαμόγελό......Σού.....

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

NIGHTMARE


            Σταμάτησε για λίγο πια και άκουσε
            Ο ήχος της καρδιάς μου δυναμώνει,
            Για σένα που παγώνεις σαν το σίδερο
Την ώρα τα σύννεφα ματώνουν.
            Τα μάτια μου σε ψάχνουν μες το άπειρο,
            Μπλεγμένη μες τις φρούδες σου ελπίδες,
            γυρεύοντας το μάταιο που ονόμασες,
            της άμοιρης ψυχής μου απωθημένο.
            Σε ζήτησα κι εσύ με απαρνήθηκες,
            για άλλη αγκαλιά που σε ζεσταίνει,
            Περνώντας πια το όνειρο, σαν ξύπνησα,
            Ο ήλιος σου σε πρόδωσε..... εφιάλτη.....

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

ΧΑΜΕΝΟ ΞΩΤΙΚΟ


            Το χάδι της ψυχής σου πάλι σκέφτομαι,
            Που φέρνει μες την άνοιξη τον ήλιο,
            Λουλούδι μαραμένο στέκει δίπλα μου
            Κι ας ρίχνω τις σταγόνες μου στο μίσχο.

            Στο βράχο σου θα βρίσκομαι ξημέρωμα,
            Ζητώντας να φανεί η Ανατολή μου,
            Προβάλλει όμως στη σκέψη μου το βύθισμα,
            Σωτήρας πια  το χέρι το δικό σου.

            Απόγνωση και θλίψη μες τα μάτια μου,
            Καλύπτοντας χαρά επιθυμίας,
            Μια ξέρα το λιβάδι ... τόσο άχρωμο,
            Σαν έφυγε γι’ αλλού το ξωτικό του.....
             

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Τι έγινε; Φτερούγισες.....Γιατί;

Τι έγινε;
Φτερούγισες....
Γιατί;
Ανέγγιχτο το σώμα σου παρέμεινε,
στο γυάλινο κλουβί που το κυκλώνει,
το βλέμμα σου με έζωσε πιο άξαφνα,
μαζί με τους λυγμούς που σε θυμίζουν.
Κοιτάζω που με θες, μα πάλι το 'κρυψες,
στο κρύσταλλο που τώρα μας χωρίζει,
ακούμπησες τα πάντα σου στη θέα μου,
στο αύριο παρείσακτος να νιώσω.
Μ' αγάπησες...
Φτερούγισες...
Γιατί;



Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ


            Πετάχτηκες με σύννεφο χαμόγελου,
            Μπλοκάρισες τη σκέψη μου, απρόσμενα,
            Τι όμορφο που είν’ αυτό το θέαμα,
            Σε μέρα που μυρίζει υγρασία.
            Θυμάμαι στην αρχή που σε φοβήθηκα,
            Μου έφερνες στο νου τον εφιάλτη,
            Να είναι χαμαιλέων η εικόνα σου;
            της διάθεσής μου παίρνει όλο το χρώμα.
            Το φόβο μου τον έδιωξες απρόβλεπτα
            Και ψάχνω αφορμή να σε κοιτάξω,
            πώς να ‘ναι η ανάσα μου στο δέρμα σου;
            Με ρώτησε εχθές η μυρωδιά μου.....

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΒΙΒΛΙΟΥ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΩ


Ξύπνησα για μια φορά, για μια μέρα ακόμα στην ίδια κατάσταση. Οι δυνάμεις του κορμιού μου καταβεβλημένες και μία διάθεση ουσιαστικά ανύπαρκτη. Τι να πρωτοσκεφτώ και τι να κάνω ξεκινώντας τη μέρα μου. Είναι τόσα πολλά όλα αυτά που πρέπει να κάνω, που στο τέλος πνίγομαι μέσα στον ωκεανό της πληθώρας τους και το κορμί μου δεν έχει καν την επιθυμία να κολυμπήσει.
Φτάνοντας το βράδυ ξανά, το κορμί είναι πνιγμένο και το κουφάρι του κείτεται μέσα στα λασπόνερα που συσσώρευσε η μέρα. Ίσως κάποιες νύχτες το φεγγάρι να φωτίζει τον παγωμένο όγκο μου, που πλέει και μπορεί κάποιος να νομίσει ότι επιπλέω με κλειστά τα μάτια, προσπαθώντας απλά να χαλαρώσω.
Κι εσύ;
Δε σου ζήτησα καν σωσίβιο, ούτε και να με βοηθήσεις να μην πνιγώ. Το μόνο που θέλησα από σένα είναι να ακούσεις τους παφλασμούς του κορμιού μου μέσα στο νερό και να μου πεις τι ήχος σου έμεινε. Δε σου ζήτησα να επιπλεύσεις δίπλα μου. Μπορεί απλά να ήθελα να παρατηρήσεις μην τυχόν και με πάρει ο ύπνος και πνιγώ. Όχι όμως να με τραβήξεις έξω. Θέλω να μείνω στα λασπόνερά μου μέσα, μέχρι να λιγοστέψει το νερό, να κυριαρχήσει το βρεγμένο χώμα, που θα γεμίσει με κηλίδες κάθε είδους το σώμα μου.
            Μη γκρινιάζεις και μην αρχίζεις πάλι, αυτό που με εξοντώνει κάθε φορά που το ακούω. Ξέρω τι θα κάνω και γνωρίζω από χρόνια την πορεία μου ετούτη. Άσε με να φτάσω στο επικίνδυνο σημείο και μετά, θα σηκωθώ και πάλι. Πιθανά να θεωρείς ότι είμαι λάτρης του κινδύνου και παίζω μαζί του. Ίσως να είναι κι έτσι αλλά πάντοτε μου άρεσε το ρίσκο, μα πιο πολύ το παιχνίδι με τα όριά μου.
            Αν θες δες το κι από μια άλλη άποψη. Μπορείς να με παρατηρείς κι αν νιώσεις ότι χρειαστεί να επέμβεις, κάνε το. Δε θα σε κακίσω, ακόμα και αν διακόψεις τη στιγμή της λαγνείας μου με το σάπιο. Θα το έκανες από ενδιαφέρον και πάντοτε ήμουν δίκαιος με τους άλλους.
            Πιθανά να μην είμαι δίκαιος με μένα αν και είμαι σίγουρος ότι δε χρειάζεται να αμφιβάλλω γι’ αυτό.....είναι σίγουρο. Μαζί σου όμως θα είμαι δίκαιος γιατί έτσι θέλω να είμαι. Είναι στιγμές που μένω μόνος μου, χαμένος μέσα στις σκέψεις, την κούραση και την καθημερινότητα κι εκεί θα έρθει μια εικόνα απ’ το βλέμμα σου, που τόσο αναζητώ, να μου αλλάξει τη ροή των πάντων.
            Μένω εκεί, σ’ αυτό το σημείο και δε θέλω να πάρω τη ματιά μου(;), από σένα, δε θέλω καν να σκέφτομαι το ενδεχόμενο της αποχώρησης της εικόνας σου από το νοερό μου κόσμο. Να είσαι εκεί και να σε βλέπω, να λειτουργείς σα γιατρικό στον πόνο μου, να μου δίνεις την αισιοδοξία που ψάχνω κάθε φορά που έρχεται το νέο κύμα, που στερεί τις ελπίδες, από το αύριο που φαντάζομαι. 

TERRA ARIA


            Ακόμα θυμάμαι εκείνη,
            την πρώτη μέρα......
            Στιγμή που στάθηκα, σε μέρος κορυφής σου,
            Κι αντίκρισα...
            το χάος που ‘χες μέσα σου.
            Εκείνο εκεί, το χάσμα το αλλόκοτο,
            που δέσποζε στην τρύπα του βουνού σου,
            σε κυκλική σχεδόν μορφή,
            με βλάστηση περίεργη,
            ενώ τριγύρω ξέρα.
            Στα μικρά μου ήταν που έκανα,
            επίσκεψη στο μέσα,
            σχεδόν κατρακυλώντας στα χαλίκια σου,
            με άγαρμπες κινήσεις του παιδιού,
            που πήγαινε σχεδόν να γίνει έφηβος.
            Με καλοδέχτηκες στο έμπα μου
            κι έμεινα για ώρα,
            προτού αποφασίσω για την έξοδο.
            Πολύς ήταν ο δρόμος για το επάνω,
            μα πιο δύσκολη η άνοδος,
            με άποψη αντίθετη,
            διόλου ανυπόμονη..........

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΙ ΠΙΑ;




Ουφ! Όταν μου μιλάνε γι' αυτό το πράγμα που λέγεται έρωτας, βαριέμαι απίστευτα.
Τον βαριέμαι τον άτιμο, γιατί είναι μεγάλος ψεύτης και υποκριτής.
Σου ρίχνει στάχτη στα μάτια και σε κάνει να βλέπεις όμορφο αυτό που τις περισσότερες φορές είναι λάθος για σένα.
Γιατί δεν ερωτεύομαι πια; Δεν μπορώ; Δεν θέλω; Θέλω αλλά δεν πρέπει; 
Μήπως είδα κάτι που με φόβισε και δεν μπορώ να ερωτευθώ; Ή μήπως φταίει κάτι άλλο;
Ο Ιορδάνης ή Ντάνι ή Τζόρνταν, λίγο πριν πλησιάσει τα δεύτερα -άντα, περιγράφει τις σχέσεις των δύο φύλων και αναρωτιέται συνεχώς «Γιατί δεν ερωτεύομαι πια;»

Δώδεκα μικρές και διδακτικές ιστορίες για το τι ακριβώς συμβαίνει, όταν το «πρωτόγονο» ανδρικό είδος συναντιέται με τις «εξελιγμένες» εκδοχές της Εύας του σήμερα!

ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ......ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ




Petros Konstantinou and Lina Anagnostou are now friends 12:24 pm...
Ο Πέτρος, περιπλανώμενος στον εικονικό κόσμο του Facebook, «συναντά» μια άγνωστη κοπέλα, τη Λίνα, το βλέμμα της οποίας τον μαγνητίζει και πλημμυρίζει το μυαλό του με εικόνες από άλλες εποχές. 
Το αίτημα φιλίας του γίνεται αποδεκτό και ένα περίεργο εγκεφαλικό παιχνίδι αρχίζει μεταξύ τους. 
Η Λίνα σαν σύγχρονη Σφίγγα τον προκαλεί συνεχώς με τα αινίγματά της. 
Ο Πέτρος σαν ένας πραγματικός Οιδίποδας έξω από τις πύλες της απαντά σε κάθε πρόκληση.
Το παιχνίδι του μυαλού και των αισθήσεων εξελίσσεται και ξεφεύγει από τον εικονικό κόσμο του διαδικτύου. Θεσσαλονίκη, Ρέθυμνο, Αθήνα, οι δυο τους πότε στο ρόλο του κυνηγού και πότε του θηράματος αψηφούν κάθε λογική και παραδίνονται ο ένας στον άλλο.
Υπάρχουν όρια στον έρωτα και αν ναι, ποιος ορίζει τις συνέπειες όταν αυτά ξεπεραστούν; 
Τι θα συμβεί όταν τα θέλω μπερδευτούν με τα πρέπει και ο κόσμος του ονείρου γίνει πραγματικότητα; 
Αν ήξερες ότι ένα απλό κλικ στην οθόνη του υπολογιστή μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου για πάντα, θα το τολμούσες;

OCEANO


Το άδικο της θύμησης στη σκέψη μου,

Ξανάφερες σα χάδι του ανέμου,

Ακούω, να φουντώνει πια η θύελλα,

μιας θάλασσας γαλήνης που χανόμουν.

Κοιτάζω τη σκιά σου μες το πέλαγος,

κι ο Αίολος σε πάει μακριά μου,

Χτυπιέται το σκαρί μου μες τα κύματα,

Στην όχθη της, η Κίρκη περιμένει..........

INTRUDER


Ιδέα, πλέον μόνιμη, ξημέρωσε,
Το βλέμμα σου γυρεύω στα στενά μου,
Να γίνω εισβολέας για τα θέλω σου
Με φόβο μήπως είμαι ο παρείσακτος.
Η ώρα πλησιάζει για το πέρασμα,
Εγώ στημένος μπρος τις Θερμοπύλες,
θα κλείσω τα στενά μου για τον Ξέρξη σου,
Που σκύβει τον εχθρό του ν’ αποφύγει.
Μη φεύγεις, αλλά σήκωσε τα μάτια σου
Να δεις την απειλή του καστανού σου,
Το λάβαρο στα μέρη μου σηκώθηκε,
Του έρωτα που μ’ έχ’ αιχμαλωτίσει.
Ο ήλιος σαν κρυφτεί πάλι θα χάνεσαι,
Κι εγώ ξανά θα ψάχνω τη σκιά σου,
Τη μάχη για το σήμερα την κέρδισες
Λυγίζω, μα θεριεύω για το τέλος.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

ΠΩΣ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΟ "ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ...ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ"



Πίσω από κάθε ιστορία, υπάρχουν πολλές κρυμμένες αλήθειες. Πράγματα που δεν τα ξέρει κανένας και στα οποία βρίσκεται η πραγματική ουσία μιας κατάστασης. Όπως και με το πρώτο μου βιβλίο....το «ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ....ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ».
            Θα ξεκινήσω με το βασικότερο όλων: πώς άρχισα να το γράφω. Σε κάποια σελίδα του βιβλίου, γίνεται αναφορά σε ένα πίνακα του αδελφού του ήρωα. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, εκεί ακριβώς βρίσκεται και η αρχή του βιβλίου μου.
Απ’ όταν είμαστε παιδιά, μου άρεσε να χαζεύω τις ζωγραφιές του αδελφού μου, ο οποίος όσο περνούσε ο καιρός εξελίσσονταν όλο και περισσότερο. Με το πέρασμα του καιρού, άφησε τις ξυλομπογιές κι έπιασε στα χέρια του τα πινέλα με τα λάδια.
            Ήταν γύρω στο 1990, όταν κατά τη διάρκεια των εξετάσεών του στο Λύκειο, παράλληλα, ζωγράφιζε κάποιους πίνακες. Τους θαύμαζα γιατί για κάποιο λόγο, ο καθένας τους, είχε να μου πει και κάτι διαφορετικό και έντονο συνάμα. Ήταν ένα μεσημέρι, όμως, όταν μπήκα στο δωμάτιό του κι έμεινα με ανοικτό το στόμα: απέναντί μου, στεκόταν ένας άνδρας αλυσοδεμένος μέσα σ’ ένα κελί και η στάση του θύμιζε κάποιον σταυρωμένο με λυγισμένα τα γόνατα. Αμέσως έφυγα πανικόβλητος απ’ το δωμάτιο, μη ξέροντας γιατί μου συνέβη αυτό.....πολύ σύντομα όμως επέστρεψα για να δω ξανά το έργο και πιο προσεκτικά, το σοκ μέσα μου όμως παρέμενε το ίδιο. Παρόλ’ αυτά ήξερα από την πρώτη στιγμή τι έπρεπε να κάνω.
            Τα χρόνια περνούσαν.....εγώ τελείωσα το Παιδαγωγικό, ο αδελφός μου την Αρχιτεκτονική, εμένα όμως η σκέψη μου είχε κολλήσει σε αυτό που επιθυμούσα. Έπρεπε για κάποιο λόγο να κάνω τον πίνακα δικό μου. Κατά διαστήματα, πετούσα διάφορες σπόντες στον αδελφό μου για να μου τον δώσει, μια και τον είχε αφήσει τον σπίτι των γονιών μας, όμως κάθε φορά αντιμετώπιζα μια μεγαλοπρεπέστατη άρνηση.
            Τελικά όπως λένε «ο επιμένων νικά». Πεισματάρης ο αδελφός μου αλλά η υπομονή μου ώρες-ώρες, κάνει ακόμα και τον γάιδαρο να μοιάζει αθώος μπροστά μου. Έτσι μια Κυριακή, έχοντας ανέβει και οι δυο μας για επίσκεψη στους γονείς και πάνω που ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, πλησίασα τον υπεύθυνο της κατάστασης:
            -Ρε συ, να πάρω τον πίνακα στο σπίτι μου;
            -Μου ζάλισες το κεφάλι πια......πάρ’ τον να ησυχάσω, αναφώνησε (είμαι σίγουρος ότι το σύμπαν συνωμότησε γιατί αν δεν τον είχα ζητήσει τη συγκεκριμένη μέρα ακομα δε θα τον είχα πάρει....).
            Τα κατάφερα......19 χρόνια μετά, ο πίνακας θα ήταν κοντά μου. Με το που επέστρεψα στο σπίτι, αμέσως τον τοποθέτησα στο σημείο που τον περίμενε εδώ και καιρό. Στο σαλόνι, ακριβώς πάνω από τον καναπέ, ούτως ώστε να μπορώ να τον βλέπω συνέχεια. Για ώρες καθόμουν και τον κοίταζα, μπαίνοντας στο σπίτι και προσπαθούσα να ερμηνεύσω, τι ήταν αυτό που αναστάτωνε την ψυχή μου, μέχρι που μια μέρα το βρήκα: ο αλυσοδεμένος νέος του πίνακα, αντιπροσώπευε τη σκέψη μου, αυτό που είχα καταπιέσει εγώ ο ίδιος για πολλά χρόνια κι έπρεπε να σπάσω τα δεσμά της, πάση θυσία, για να την ελευθερώσω.
            Μέχρι τότε, αντιμετώπιζα την οθόνη του υπολογιστή με μια απόλυτη άρνηση, προτιμώντας να γράφω τις σκέψεις μου σε τετράδια. Κυριακή ήταν πάλι (4 μήνες αφότου τον πήρα), όταν άνοιξα το λαπ-τοπ στο τραπέζι μου, αρχίζοντας να γράφω αυτό που είχα στο μυαλό μου, δίχως να ξέρω πού βαδίζω, αν θα τελειώσω αυτό που ξεκινάω, πού θα με πάει, γιατί το κάνω.......ήξερα όμως το όνομα του κεντρικού ήρωα του βιβλίου......ΠΕΤΡΟΣ ήταν, όπως είναι και το όνομα του αδερφού μου, που δίχως να το ξέρει, με τα μαγικά του πινέλα (όπως τα αποκαλώ), κατάφερε να ξεκλειδώσει μια πλευρά του μυαλού μου, που έως τότε παρέμενε ερμητικά κλειστή..........

                                                ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ ΤΕΛΟΣ

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο διήρκεσε πάνω από δύο χρόνια, έγραφα ακατάπαυστα. Έγραφα τα πάντα. Τελείωσα τα δύο μου βιβλία, που κυκλοφόρησαν, έγραψα ένα ακόμα, που το επεξεργάζομαι τώρα για να παραδοθεί στους εκδότες μου κι άρχισα άλλα τέσσερα, τα οποία με περιμένουν στην άκρη για να τα ξαναπιάσω στα χέρια μου. Παράλληλα με αυτά, στα μικρά διαλείμματα της σκέψης μου, έγραφα ποιήματα και γι' αυτό άρχισα κατά κύριο λόγο  το μπλογκ, για να τα μοιραστώ με όσους το θέλουν.
Γενικά πάντως, έγραφα. Ώρες-ώρες, κρίνοντας την κατάστασή μου, παρομοίαζα τον εαυτό μου με κάποιον που πεινούσε και βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε ένα τραπέζι γεμάτο εδέσματα, χάνοντας το μπούσουλα στην κυριολεξία. Κάπως έτσι συνέβη και σε μένα. Στην αρχή πίστευα ότι όλο αυτό, οφείλονταν στο ότι άνοιξε ξαφνικά το κεφάλι μου και κατέβαζε ιδέες. Ίσως και μέχρι ενός σημείου, αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όμως μέχρι εκεί.
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού. Γι' αρκετά χρόνια, πίεσα τον εαυτό μου να μη γράφει. Ήθελα μόνο να διαβάζω και επειδή ό,τι κάνω μου αρέσει να το κάνω με μανία, το έκανα κι αυτό με τους ίδιους ρυθμούς. Διάβαζα και φόρτωνα το κεφάλι μου με πληροφορίες. Σ' εκείνη τη φάση της ζωής μου, ποτέ δεν πέρασε καν απ' το μυαλό μου η ιδέα του ότι θα μπορούσα να γράψω κάτι που θα γινόταν βιβλίο.
Ούτως ή άλλως, το θέμα της γραφής, από την περίοδο του σχολείου, είχε συνδεθεί με ένα ψυχαναγκασμό, του να γράφεις αυτό που σου παραγγέλνουν λες και πρόκειται για μια μερίδα φαγητού και οι διαγωνιζόμενοι θα μοχθήσουν για το καλύτερο αποτέλεσμα.
Μετά την εποχή του διαβάσματος, ήρθε η ώρα να πιάσω το στυλό στα χέρια μου. Για υπολογιστή ούτε να γίνεται λόγος. Τετράδιο, στυλό και γράψιμο. Επί πέντε χρόνια, έγραφα, έγραφα, έγραφα......σαν τον Φόρεστ Γκαμπ που έτρεχε, ένα τέτοιο πράγμα κι εγώ.
Φυσικά και δεν έγραφα κάποιο βιβλίο, όμως επί καθημερινής βάσης, γέμιζα σελίδες με σκέψεις μου για το ο,τιδήποτε. Προφανώς το υποσυνείδητό μου, όριζε τη γραφή ως ένα είδος ψυχοθεραπείας, ή προετοιμασίας, για κάτι το οποίο δεν ήμουνα σε θέση να αντιληφθώ.
Τελικά γέμισα αρκετά τετράδια, φτάνοντας τις 1200 σελίδες..
Γιατί το ανέφερα αυτό; Κατά καιρούς, διάφοροι φίλοι, μου λένε ότι γράφουν αλλά δε μπορούν αυτό να το κάνουν βιβλίο. Λάθος αρχή και στόχος (για μένα τουλάχιστον). Αν σου έρχεται να γράψεις γι' αυτό που σε βασανίζει....να το κάνεις οπωσδήποτε. Όλοι κρύβουμε μέσα μας ένα συγγραφέα, απλά πρέπει να συντρέξουν οι απαραίτητες συνθήκες και προυποθέσεις για να βγει στην επιφάνεια.
Το να γράψεις μια ιστορία, σημαίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα, θα ταυτιστείς με κάποιον από τους ήρωες και κατά κύριο  λόγο με τον πρωταγωνιστή. Αυτό σίγουρα δεν είναι διασκεδαστικό γιατί χρειάζεται να κλειστείς στο κελί της σκέψης σου, να παραμείνεις αλυσοδεμένος και να παλεύεις, για να ελευθερώσεις......αυτό που ψάχνεις από τους ήρωές σου. Εσωστρέφεια και συνεχής πάλη, με συναισθήματα κάθε είδους.
Η εσωστρέφεια αυτή όμως, δε μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Έρχεται η στιγμή της απελευθέρωσης και της χαλάρωσης, μετά το τελικό αποτέλεσμα, μα πιο πολύ η ώρα του να πεις στον εαυτό σου....ηρέμησε λίγο......κάνε μια παύση για να μην κάψεις το μηχάνημα και θα συνεχίσεις αργότερα.
Έτσι έγινε και με μένα. Λίγο μετά, αφού τελειώσω αυτό εδώ, πιο χαλαρός και ήρεμος, θα ασχοληθώ με τη διόρθωση του τρίτου βιβλίου μου και να πω κι εγώ στον εαυτό μου....ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ ΤΕΛΟΣ.
Για αρχή, θα μοιραστώ μαζί σας, κάποια από τα ποιήματά μου και ορισμένες σκέψεις που αφορούν τα βιβλία μου που έχουν κυκλοφορήσει....για τη συνέχεια δεν ξέρω......μπορεί και να σκαρώνω αυτοτελείς ιστορίες....θα δείξει......


Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

ΣΩΜΑ ΦΥΛΑΚΗ


           
            Κοιμόμουν μες την άβυσσο του έρωτα,
            Υγρό και τόσο μαύρο το κελί σου,
            Σε φώναξα, να έρθεις, κλειδοκράτορα
            Με γέμισες χολή και ειρωνεία.
            Κοιτάζω μες το βλέμμα σου το άπειρο,
            Ενώ τα μυστικά σου μ’ αποφεύγουν,
            Το κάποτε, που ήταν για τον έρωτα,
            Φυλάκισες στο τέλμα των ματιών σου.
            Θυμήσου την αρχή μας, που με γύρευες
            Κι εγώ σου ‘χα ξεκλείδωτα τα πάντα,
            Ενώ για επισκέπτη σε περίμενα,
            Αλώθηκε, το κάστρο της καρδιάς μου.
            Συγχώρεσα το μέσα μου, που πίστεψε,
            Αγάπη πως για δώρο θα μου φέρεις,
            κι ας είναι μια ψευδαίσθηση που άφησες,
            στο σώμα σου, να ζω εγκλωβισμένος.