Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

ΠΩΣ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΟ "ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ...ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ"



Πίσω από κάθε ιστορία, υπάρχουν πολλές κρυμμένες αλήθειες. Πράγματα που δεν τα ξέρει κανένας και στα οποία βρίσκεται η πραγματική ουσία μιας κατάστασης. Όπως και με το πρώτο μου βιβλίο....το «ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ....ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ».
            Θα ξεκινήσω με το βασικότερο όλων: πώς άρχισα να το γράφω. Σε κάποια σελίδα του βιβλίου, γίνεται αναφορά σε ένα πίνακα του αδελφού του ήρωα. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, εκεί ακριβώς βρίσκεται και η αρχή του βιβλίου μου.
Απ’ όταν είμαστε παιδιά, μου άρεσε να χαζεύω τις ζωγραφιές του αδελφού μου, ο οποίος όσο περνούσε ο καιρός εξελίσσονταν όλο και περισσότερο. Με το πέρασμα του καιρού, άφησε τις ξυλομπογιές κι έπιασε στα χέρια του τα πινέλα με τα λάδια.
            Ήταν γύρω στο 1990, όταν κατά τη διάρκεια των εξετάσεών του στο Λύκειο, παράλληλα, ζωγράφιζε κάποιους πίνακες. Τους θαύμαζα γιατί για κάποιο λόγο, ο καθένας τους, είχε να μου πει και κάτι διαφορετικό και έντονο συνάμα. Ήταν ένα μεσημέρι, όμως, όταν μπήκα στο δωμάτιό του κι έμεινα με ανοικτό το στόμα: απέναντί μου, στεκόταν ένας άνδρας αλυσοδεμένος μέσα σ’ ένα κελί και η στάση του θύμιζε κάποιον σταυρωμένο με λυγισμένα τα γόνατα. Αμέσως έφυγα πανικόβλητος απ’ το δωμάτιο, μη ξέροντας γιατί μου συνέβη αυτό.....πολύ σύντομα όμως επέστρεψα για να δω ξανά το έργο και πιο προσεκτικά, το σοκ μέσα μου όμως παρέμενε το ίδιο. Παρόλ’ αυτά ήξερα από την πρώτη στιγμή τι έπρεπε να κάνω.
            Τα χρόνια περνούσαν.....εγώ τελείωσα το Παιδαγωγικό, ο αδελφός μου την Αρχιτεκτονική, εμένα όμως η σκέψη μου είχε κολλήσει σε αυτό που επιθυμούσα. Έπρεπε για κάποιο λόγο να κάνω τον πίνακα δικό μου. Κατά διαστήματα, πετούσα διάφορες σπόντες στον αδελφό μου για να μου τον δώσει, μια και τον είχε αφήσει τον σπίτι των γονιών μας, όμως κάθε φορά αντιμετώπιζα μια μεγαλοπρεπέστατη άρνηση.
            Τελικά όπως λένε «ο επιμένων νικά». Πεισματάρης ο αδελφός μου αλλά η υπομονή μου ώρες-ώρες, κάνει ακόμα και τον γάιδαρο να μοιάζει αθώος μπροστά μου. Έτσι μια Κυριακή, έχοντας ανέβει και οι δυο μας για επίσκεψη στους γονείς και πάνω που ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, πλησίασα τον υπεύθυνο της κατάστασης:
            -Ρε συ, να πάρω τον πίνακα στο σπίτι μου;
            -Μου ζάλισες το κεφάλι πια......πάρ’ τον να ησυχάσω, αναφώνησε (είμαι σίγουρος ότι το σύμπαν συνωμότησε γιατί αν δεν τον είχα ζητήσει τη συγκεκριμένη μέρα ακομα δε θα τον είχα πάρει....).
            Τα κατάφερα......19 χρόνια μετά, ο πίνακας θα ήταν κοντά μου. Με το που επέστρεψα στο σπίτι, αμέσως τον τοποθέτησα στο σημείο που τον περίμενε εδώ και καιρό. Στο σαλόνι, ακριβώς πάνω από τον καναπέ, ούτως ώστε να μπορώ να τον βλέπω συνέχεια. Για ώρες καθόμουν και τον κοίταζα, μπαίνοντας στο σπίτι και προσπαθούσα να ερμηνεύσω, τι ήταν αυτό που αναστάτωνε την ψυχή μου, μέχρι που μια μέρα το βρήκα: ο αλυσοδεμένος νέος του πίνακα, αντιπροσώπευε τη σκέψη μου, αυτό που είχα καταπιέσει εγώ ο ίδιος για πολλά χρόνια κι έπρεπε να σπάσω τα δεσμά της, πάση θυσία, για να την ελευθερώσω.
            Μέχρι τότε, αντιμετώπιζα την οθόνη του υπολογιστή με μια απόλυτη άρνηση, προτιμώντας να γράφω τις σκέψεις μου σε τετράδια. Κυριακή ήταν πάλι (4 μήνες αφότου τον πήρα), όταν άνοιξα το λαπ-τοπ στο τραπέζι μου, αρχίζοντας να γράφω αυτό που είχα στο μυαλό μου, δίχως να ξέρω πού βαδίζω, αν θα τελειώσω αυτό που ξεκινάω, πού θα με πάει, γιατί το κάνω.......ήξερα όμως το όνομα του κεντρικού ήρωα του βιβλίου......ΠΕΤΡΟΣ ήταν, όπως είναι και το όνομα του αδερφού μου, που δίχως να το ξέρει, με τα μαγικά του πινέλα (όπως τα αποκαλώ), κατάφερε να ξεκλειδώσει μια πλευρά του μυαλού μου, που έως τότε παρέμενε ερμητικά κλειστή..........

                                                ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ ΤΕΛΟΣ

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο διήρκεσε πάνω από δύο χρόνια, έγραφα ακατάπαυστα. Έγραφα τα πάντα. Τελείωσα τα δύο μου βιβλία, που κυκλοφόρησαν, έγραψα ένα ακόμα, που το επεξεργάζομαι τώρα για να παραδοθεί στους εκδότες μου κι άρχισα άλλα τέσσερα, τα οποία με περιμένουν στην άκρη για να τα ξαναπιάσω στα χέρια μου. Παράλληλα με αυτά, στα μικρά διαλείμματα της σκέψης μου, έγραφα ποιήματα και γι' αυτό άρχισα κατά κύριο λόγο  το μπλογκ, για να τα μοιραστώ με όσους το θέλουν.
Γενικά πάντως, έγραφα. Ώρες-ώρες, κρίνοντας την κατάστασή μου, παρομοίαζα τον εαυτό μου με κάποιον που πεινούσε και βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε ένα τραπέζι γεμάτο εδέσματα, χάνοντας το μπούσουλα στην κυριολεξία. Κάπως έτσι συνέβη και σε μένα. Στην αρχή πίστευα ότι όλο αυτό, οφείλονταν στο ότι άνοιξε ξαφνικά το κεφάλι μου και κατέβαζε ιδέες. Ίσως και μέχρι ενός σημείου, αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όμως μέχρι εκεί.
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού. Γι' αρκετά χρόνια, πίεσα τον εαυτό μου να μη γράφει. Ήθελα μόνο να διαβάζω και επειδή ό,τι κάνω μου αρέσει να το κάνω με μανία, το έκανα κι αυτό με τους ίδιους ρυθμούς. Διάβαζα και φόρτωνα το κεφάλι μου με πληροφορίες. Σ' εκείνη τη φάση της ζωής μου, ποτέ δεν πέρασε καν απ' το μυαλό μου η ιδέα του ότι θα μπορούσα να γράψω κάτι που θα γινόταν βιβλίο.
Ούτως ή άλλως, το θέμα της γραφής, από την περίοδο του σχολείου, είχε συνδεθεί με ένα ψυχαναγκασμό, του να γράφεις αυτό που σου παραγγέλνουν λες και πρόκειται για μια μερίδα φαγητού και οι διαγωνιζόμενοι θα μοχθήσουν για το καλύτερο αποτέλεσμα.
Μετά την εποχή του διαβάσματος, ήρθε η ώρα να πιάσω το στυλό στα χέρια μου. Για υπολογιστή ούτε να γίνεται λόγος. Τετράδιο, στυλό και γράψιμο. Επί πέντε χρόνια, έγραφα, έγραφα, έγραφα......σαν τον Φόρεστ Γκαμπ που έτρεχε, ένα τέτοιο πράγμα κι εγώ.
Φυσικά και δεν έγραφα κάποιο βιβλίο, όμως επί καθημερινής βάσης, γέμιζα σελίδες με σκέψεις μου για το ο,τιδήποτε. Προφανώς το υποσυνείδητό μου, όριζε τη γραφή ως ένα είδος ψυχοθεραπείας, ή προετοιμασίας, για κάτι το οποίο δεν ήμουνα σε θέση να αντιληφθώ.
Τελικά γέμισα αρκετά τετράδια, φτάνοντας τις 1200 σελίδες..
Γιατί το ανέφερα αυτό; Κατά καιρούς, διάφοροι φίλοι, μου λένε ότι γράφουν αλλά δε μπορούν αυτό να το κάνουν βιβλίο. Λάθος αρχή και στόχος (για μένα τουλάχιστον). Αν σου έρχεται να γράψεις γι' αυτό που σε βασανίζει....να το κάνεις οπωσδήποτε. Όλοι κρύβουμε μέσα μας ένα συγγραφέα, απλά πρέπει να συντρέξουν οι απαραίτητες συνθήκες και προυποθέσεις για να βγει στην επιφάνεια.
Το να γράψεις μια ιστορία, σημαίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα, θα ταυτιστείς με κάποιον από τους ήρωες και κατά κύριο  λόγο με τον πρωταγωνιστή. Αυτό σίγουρα δεν είναι διασκεδαστικό γιατί χρειάζεται να κλειστείς στο κελί της σκέψης σου, να παραμείνεις αλυσοδεμένος και να παλεύεις, για να ελευθερώσεις......αυτό που ψάχνεις από τους ήρωές σου. Εσωστρέφεια και συνεχής πάλη, με συναισθήματα κάθε είδους.
Η εσωστρέφεια αυτή όμως, δε μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Έρχεται η στιγμή της απελευθέρωσης και της χαλάρωσης, μετά το τελικό αποτέλεσμα, μα πιο πολύ η ώρα του να πεις στον εαυτό σου....ηρέμησε λίγο......κάνε μια παύση για να μην κάψεις το μηχάνημα και θα συνεχίσεις αργότερα.
Έτσι έγινε και με μένα. Λίγο μετά, αφού τελειώσω αυτό εδώ, πιο χαλαρός και ήρεμος, θα ασχοληθώ με τη διόρθωση του τρίτου βιβλίου μου και να πω κι εγώ στον εαυτό μου....ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ ΤΕΛΟΣ.
Για αρχή, θα μοιραστώ μαζί σας, κάποια από τα ποιήματά μου και ορισμένες σκέψεις που αφορούν τα βιβλία μου που έχουν κυκλοφορήσει....για τη συνέχεια δεν ξέρω......μπορεί και να σκαρώνω αυτοτελείς ιστορίες....θα δείξει......


Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

ΣΩΜΑ ΦΥΛΑΚΗ


           
            Κοιμόμουν μες την άβυσσο του έρωτα,
            Υγρό και τόσο μαύρο το κελί σου,
            Σε φώναξα, να έρθεις, κλειδοκράτορα
            Με γέμισες χολή και ειρωνεία.
            Κοιτάζω μες το βλέμμα σου το άπειρο,
            Ενώ τα μυστικά σου μ’ αποφεύγουν,
            Το κάποτε, που ήταν για τον έρωτα,
            Φυλάκισες στο τέλμα των ματιών σου.
            Θυμήσου την αρχή μας, που με γύρευες
            Κι εγώ σου ‘χα ξεκλείδωτα τα πάντα,
            Ενώ για επισκέπτη σε περίμενα,
            Αλώθηκε, το κάστρο της καρδιάς μου.
            Συγχώρεσα το μέσα μου, που πίστεψε,
            Αγάπη πως για δώρο θα μου φέρεις,
            κι ας είναι μια ψευδαίσθηση που άφησες,
            στο σώμα σου, να ζω εγκλωβισμένος.