Πίσω από κάθε ιστορία, υπάρχουν πολλές κρυμμένες αλήθειες. Πράγματα που δεν τα ξέρει κανένας και στα οποία βρίσκεται η πραγματική ουσία μιας κατάστασης. Όπως και με το πρώτο μου βιβλίο....το «ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ....ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ».
Θα ξεκινήσω με το βασικότερο όλων: πώς άρχισα να το γράφω. Σε κάποια σελίδα του βιβλίου, γίνεται αναφορά σε ένα πίνακα του αδελφού του ήρωα. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, εκεί ακριβώς βρίσκεται και η αρχή του βιβλίου μου.
Απ’ όταν είμαστε παιδιά, μου άρεσε να χαζεύω τις ζωγραφιές του αδελφού μου, ο οποίος όσο περνούσε ο καιρός εξελίσσονταν όλο και περισσότερο. Με το πέρασμα του καιρού, άφησε τις ξυλομπογιές κι έπιασε στα χέρια του τα πινέλα με τα λάδια.
Ήταν γύρω στο 1990, όταν κατά τη διάρκεια των εξετάσεών του στο Λύκειο, παράλληλα, ζωγράφιζε κάποιους πίνακες. Τους θαύμαζα γιατί για κάποιο λόγο, ο καθένας τους, είχε να μου πει και κάτι διαφορετικό και έντονο συνάμα. Ήταν ένα μεσημέρι, όμως, όταν μπήκα στο δωμάτιό του κι έμεινα με ανοικτό το στόμα: απέναντί μου, στεκόταν ένας άνδρας αλυσοδεμένος μέσα σ’ ένα κελί και η στάση του θύμιζε κάποιον σταυρωμένο με λυγισμένα τα γόνατα. Αμέσως έφυγα πανικόβλητος απ’ το δωμάτιο, μη ξέροντας γιατί μου συνέβη αυτό.....πολύ σύντομα όμως επέστρεψα για να δω ξανά το έργο και πιο προσεκτικά, το σοκ μέσα μου όμως παρέμενε το ίδιο. Παρόλ’ αυτά ήξερα από την πρώτη στιγμή τι έπρεπε να κάνω.
Τα χρόνια περνούσαν.....εγώ τελείωσα το Παιδαγωγικό, ο αδελφός μου την Αρχιτεκτονική, εμένα όμως η σκέψη μου είχε κολλήσει σε αυτό που επιθυμούσα. Έπρεπε για κάποιο λόγο να κάνω τον πίνακα δικό μου. Κατά διαστήματα, πετούσα διάφορες σπόντες στον αδελφό μου για να μου τον δώσει, μια και τον είχε αφήσει τον σπίτι των γονιών μας, όμως κάθε φορά αντιμετώπιζα μια μεγαλοπρεπέστατη άρνηση.
Τελικά όπως λένε «ο επιμένων νικά». Πεισματάρης ο αδελφός μου αλλά η υπομονή μου ώρες-ώρες, κάνει ακόμα και τον γάιδαρο να μοιάζει αθώος μπροστά μου. Έτσι μια Κυριακή, έχοντας ανέβει και οι δυο μας για επίσκεψη στους γονείς και πάνω που ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, πλησίασα τον υπεύθυνο της κατάστασης:
-Ρε συ, να πάρω τον πίνακα στο σπίτι μου;
-Μου ζάλισες το κεφάλι πια......πάρ’ τον να ησυχάσω, αναφώνησε (είμαι σίγουρος ότι το σύμπαν συνωμότησε γιατί αν δεν τον είχα ζητήσει τη συγκεκριμένη μέρα ακομα δε θα τον είχα πάρει....).
Τα κατάφερα......19 χρόνια μετά, ο πίνακας θα ήταν κοντά μου. Με το που επέστρεψα στο σπίτι, αμέσως τον τοποθέτησα στο σημείο που τον περίμενε εδώ και καιρό. Στο σαλόνι, ακριβώς πάνω από τον καναπέ, ούτως ώστε να μπορώ να τον βλέπω συνέχεια. Για ώρες καθόμουν και τον κοίταζα, μπαίνοντας στο σπίτι και προσπαθούσα να ερμηνεύσω, τι ήταν αυτό που αναστάτωνε την ψυχή μου, μέχρι που μια μέρα το βρήκα: ο αλυσοδεμένος νέος του πίνακα, αντιπροσώπευε τη σκέψη μου, αυτό που είχα καταπιέσει εγώ ο ίδιος για πολλά χρόνια κι έπρεπε να σπάσω τα δεσμά της, πάση θυσία, για να την ελευθερώσω.
Μέχρι τότε, αντιμετώπιζα την οθόνη του υπολογιστή με μια απόλυτη άρνηση, προτιμώντας να γράφω τις σκέψεις μου σε τετράδια. Κυριακή ήταν πάλι (4 μήνες αφότου τον πήρα), όταν άνοιξα το λαπ-τοπ στο τραπέζι μου, αρχίζοντας να γράφω αυτό που είχα στο μυαλό μου, δίχως να ξέρω πού βαδίζω, αν θα τελειώσω αυτό που ξεκινάω, πού θα με πάει, γιατί το κάνω.......ήξερα όμως το όνομα του κεντρικού ήρωα του βιβλίου......ΠΕΤΡΟΣ ήταν, όπως είναι και το όνομα του αδερφού μου, που δίχως να το ξέρει, με τα μαγικά του πινέλα (όπως τα αποκαλώ), κατάφερε να ξεκλειδώσει μια πλευρά του μυαλού μου, που έως τότε παρέμενε ερμητικά κλειστή..........
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
