Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Η ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ


            Μοναξιά....
            Τι περίεργη λέξη!
            Δύσκολη για τα χείλη άλλων,
            Μα μόνιμη επάνω στα δικά μου.
            Προσπάθησα να φύγω μακριά της
            Κι όμως,
            Μόνιμα, αυτή ‘ναι στο κατόπι μου.
            Φωνάζει δυνατά
            Κι ακούγεται, ως σάλπιγγα πολέμου:
            Μην κρύβεσαι,
            Διόλου δε γλιτώνεις από μένα.
            Σε πρόσωπα αγάπης θα με δεις,
            Την ώρα που με πλάτη γυρισμένη,
            Τα μάτια μου θα βλέπεις στη σκιά τους.
            Ήττα ξανά.
            Με νίκησες στη μάχη αυτού του έρωτα,
            μα θα ‘ρθει και για σένα η σειρά σου.
            Το τέρας πια, του πόλεμου, μου ξύπνησες
            Και έρχεται με φλόγες απ’ τον Άδη.......
            

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ της ΣΟΥ



            Απόγευμα που ήρθες με χαμόγελο,
            Με δρόσισες καυτό μου καλοκαίρι.
            Μα τόσο δε σε χόρτασα!
Τη γεύση σου απ’ τη μνήμη ανασύρω,
            Τα χείλη μου υγραίνονται στη θύμηση.
           
Θα ‘θελα κι άλλο.....

Το γέλιο σου μου λείπει πάνω απ’ όλα,
            Στο είπα και τη νύχτα στο σκοτάδι μας
            Κι ας είδα μες τα μάτια σου συμπέρασμα,
            Φανέρωση μικρής αμφιβολίας.
            Κι όμως...έτσι είναι!
           
Ελάχιστος ο χρόνος που αποχώρησες.

            Ακόμα εγώ το σκέφτομαι που έφυγες
            Και ήδη σε πεθύμησε  η θέληση,
            Φτωχός ξανά αισθάνομαι μακριά σου,
            Σαν φεύγ’ ο θησαυρός από τα χέρια μου.
            Δώσε μου λίγο πάλι......
            Το χαμόγελό......Σού.....

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

NIGHTMARE


            Σταμάτησε για λίγο πια και άκουσε
            Ο ήχος της καρδιάς μου δυναμώνει,
            Για σένα που παγώνεις σαν το σίδερο
Την ώρα τα σύννεφα ματώνουν.
            Τα μάτια μου σε ψάχνουν μες το άπειρο,
            Μπλεγμένη μες τις φρούδες σου ελπίδες,
            γυρεύοντας το μάταιο που ονόμασες,
            της άμοιρης ψυχής μου απωθημένο.
            Σε ζήτησα κι εσύ με απαρνήθηκες,
            για άλλη αγκαλιά που σε ζεσταίνει,
            Περνώντας πια το όνειρο, σαν ξύπνησα,
            Ο ήλιος σου σε πρόδωσε..... εφιάλτη.....

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

ΧΑΜΕΝΟ ΞΩΤΙΚΟ


            Το χάδι της ψυχής σου πάλι σκέφτομαι,
            Που φέρνει μες την άνοιξη τον ήλιο,
            Λουλούδι μαραμένο στέκει δίπλα μου
            Κι ας ρίχνω τις σταγόνες μου στο μίσχο.

            Στο βράχο σου θα βρίσκομαι ξημέρωμα,
            Ζητώντας να φανεί η Ανατολή μου,
            Προβάλλει όμως στη σκέψη μου το βύθισμα,
            Σωτήρας πια  το χέρι το δικό σου.

            Απόγνωση και θλίψη μες τα μάτια μου,
            Καλύπτοντας χαρά επιθυμίας,
            Μια ξέρα το λιβάδι ... τόσο άχρωμο,
            Σαν έφυγε γι’ αλλού το ξωτικό του.....
             

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Τι έγινε; Φτερούγισες.....Γιατί;

Τι έγινε;
Φτερούγισες....
Γιατί;
Ανέγγιχτο το σώμα σου παρέμεινε,
στο γυάλινο κλουβί που το κυκλώνει,
το βλέμμα σου με έζωσε πιο άξαφνα,
μαζί με τους λυγμούς που σε θυμίζουν.
Κοιτάζω που με θες, μα πάλι το 'κρυψες,
στο κρύσταλλο που τώρα μας χωρίζει,
ακούμπησες τα πάντα σου στη θέα μου,
στο αύριο παρείσακτος να νιώσω.
Μ' αγάπησες...
Φτερούγισες...
Γιατί;



Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ


            Πετάχτηκες με σύννεφο χαμόγελου,
            Μπλοκάρισες τη σκέψη μου, απρόσμενα,
            Τι όμορφο που είν’ αυτό το θέαμα,
            Σε μέρα που μυρίζει υγρασία.
            Θυμάμαι στην αρχή που σε φοβήθηκα,
            Μου έφερνες στο νου τον εφιάλτη,
            Να είναι χαμαιλέων η εικόνα σου;
            της διάθεσής μου παίρνει όλο το χρώμα.
            Το φόβο μου τον έδιωξες απρόβλεπτα
            Και ψάχνω αφορμή να σε κοιτάξω,
            πώς να ‘ναι η ανάσα μου στο δέρμα σου;
            Με ρώτησε εχθές η μυρωδιά μου.....

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΒΙΒΛΙΟΥ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΩ


Ξύπνησα για μια φορά, για μια μέρα ακόμα στην ίδια κατάσταση. Οι δυνάμεις του κορμιού μου καταβεβλημένες και μία διάθεση ουσιαστικά ανύπαρκτη. Τι να πρωτοσκεφτώ και τι να κάνω ξεκινώντας τη μέρα μου. Είναι τόσα πολλά όλα αυτά που πρέπει να κάνω, που στο τέλος πνίγομαι μέσα στον ωκεανό της πληθώρας τους και το κορμί μου δεν έχει καν την επιθυμία να κολυμπήσει.
Φτάνοντας το βράδυ ξανά, το κορμί είναι πνιγμένο και το κουφάρι του κείτεται μέσα στα λασπόνερα που συσσώρευσε η μέρα. Ίσως κάποιες νύχτες το φεγγάρι να φωτίζει τον παγωμένο όγκο μου, που πλέει και μπορεί κάποιος να νομίσει ότι επιπλέω με κλειστά τα μάτια, προσπαθώντας απλά να χαλαρώσω.
Κι εσύ;
Δε σου ζήτησα καν σωσίβιο, ούτε και να με βοηθήσεις να μην πνιγώ. Το μόνο που θέλησα από σένα είναι να ακούσεις τους παφλασμούς του κορμιού μου μέσα στο νερό και να μου πεις τι ήχος σου έμεινε. Δε σου ζήτησα να επιπλεύσεις δίπλα μου. Μπορεί απλά να ήθελα να παρατηρήσεις μην τυχόν και με πάρει ο ύπνος και πνιγώ. Όχι όμως να με τραβήξεις έξω. Θέλω να μείνω στα λασπόνερά μου μέσα, μέχρι να λιγοστέψει το νερό, να κυριαρχήσει το βρεγμένο χώμα, που θα γεμίσει με κηλίδες κάθε είδους το σώμα μου.
            Μη γκρινιάζεις και μην αρχίζεις πάλι, αυτό που με εξοντώνει κάθε φορά που το ακούω. Ξέρω τι θα κάνω και γνωρίζω από χρόνια την πορεία μου ετούτη. Άσε με να φτάσω στο επικίνδυνο σημείο και μετά, θα σηκωθώ και πάλι. Πιθανά να θεωρείς ότι είμαι λάτρης του κινδύνου και παίζω μαζί του. Ίσως να είναι κι έτσι αλλά πάντοτε μου άρεσε το ρίσκο, μα πιο πολύ το παιχνίδι με τα όριά μου.
            Αν θες δες το κι από μια άλλη άποψη. Μπορείς να με παρατηρείς κι αν νιώσεις ότι χρειαστεί να επέμβεις, κάνε το. Δε θα σε κακίσω, ακόμα και αν διακόψεις τη στιγμή της λαγνείας μου με το σάπιο. Θα το έκανες από ενδιαφέρον και πάντοτε ήμουν δίκαιος με τους άλλους.
            Πιθανά να μην είμαι δίκαιος με μένα αν και είμαι σίγουρος ότι δε χρειάζεται να αμφιβάλλω γι’ αυτό.....είναι σίγουρο. Μαζί σου όμως θα είμαι δίκαιος γιατί έτσι θέλω να είμαι. Είναι στιγμές που μένω μόνος μου, χαμένος μέσα στις σκέψεις, την κούραση και την καθημερινότητα κι εκεί θα έρθει μια εικόνα απ’ το βλέμμα σου, που τόσο αναζητώ, να μου αλλάξει τη ροή των πάντων.
            Μένω εκεί, σ’ αυτό το σημείο και δε θέλω να πάρω τη ματιά μου(;), από σένα, δε θέλω καν να σκέφτομαι το ενδεχόμενο της αποχώρησης της εικόνας σου από το νοερό μου κόσμο. Να είσαι εκεί και να σε βλέπω, να λειτουργείς σα γιατρικό στον πόνο μου, να μου δίνεις την αισιοδοξία που ψάχνω κάθε φορά που έρχεται το νέο κύμα, που στερεί τις ελπίδες, από το αύριο που φαντάζομαι.